Δυσανεξία στη λακτόζη. Τι να προσέξω στη διατροφή;

Η δυσανεξία στη λακτόζη είναι αρκετά συχνή, καθώς εμφανίζεται περίπου σε ποσοστό 75% του πληθυσμού.
Τα άτομα με δυσανεξία στη λακτόζη δεν μπορούν να αφομοιώσουν πλήρως τη λακτόζη που βρίσκεται στο γάλα. Ως αποτέλεσμα να έχουν γαστρεντερικά συμπτώματα μόλις καταναλώσουν γαλακτοκομικά προϊόντα.
Τι είναι η λακτόζη;
Είναι το κύριο σάκχαρο του γάλακτος (4-6% στο αγελαδινό γάλα και 5-8% στο ανθρώπινο), καθώς και των προϊόντων που περιέχουν γάλα ή γαλακτοκομικά προϊόντα. Ανήκει στα ανάγοντα σάκχαρα εμφανίζει την τάση σχηματισμού κρυστάλλων σε τρόφιμα όπως το παγωτό και το συμπυκνωμένο γάλα, οδηγώντας στη δημιουργία αμμώδους υφής. Αποτελεί βασική πηγή ενέργειας για τα νήπια μέσω του μητρικού γάλακτος μετά τη διάσπαση σε γλυκόζη και γαλακτόζη και την απορρόφηση της στο λεπτό έντερο.
Τι συμβαίνει με την δυσαπορρόφηση στη λακτόζη;
Η δυσαπορρόφηση από κάποια άτομα οφείλεται στην αδυναμία παραγωγής του ενζύμου λακτάση από το βλεννογόνο του λεπτού εντέρου, το οποίο τη διασπά στα δυο βασικά συστατικά της. Η αδιάσπαστη λακτόζη ζυμώνεται στο παχύ έντερο, με αποτέλεσμα την παραγωγή μεγάλων ποσοτήτων διοξειδίου του άνθρακα , προκαλώντας φουσκώματα, διάρροια , ναυτία και κοιλιακές κράμπες.
Η αντιμετώπιση της δυσανεξίας στη λακτόζη επιβάλει αλλαγή στις διατροφικές συνήθειες. Τα συμπτώματα μπορούν να γίνουν πιο ήπια με μειωμένη κατανάλωση τροφών που περιέχουν λακτόζη. Αυτό δεν σημαίνει πως πρέπει να βγάλουμε τελείως από τη ζωή μας τις τροφές με λακτόζη, ωστόσο μπορούμε να μειώσουμε τις ποσότητες, ειδικά οι άνθρωποι που παρουσιάζουν απλά μια δυσπεψία.
Ποιες τροφές περιέχουν λακτόζη;
Η λακτόζη εμπεριέχεται στα γαλακτοκομικά προϊόντα και κυρίως στο γάλα. Τα τυριά και το γιαούρτι λόγω των ζυμώσεων που υποβάλλονται δεν προκαλούν έντονα συμπτώματα δυσανεξίας. Πρέπει να διαβάζουμε προσεκτικά τις ετικέτες των τροφίμων και να αναγνωρίζουμε τα συστατικά που περιλαμβάνουν την λακτόζη. Τέτοια συστατικά είναι το συμπύκνωμα ορού γάλατος, υποπροϊόντα γάλακτος, ξηρά στερεά γάλακτος , καζεΐνη, πρωτεΐνη ορού γάλακτος καθώς και χωρίς λιπαρά σε σκόνη. Όταν κάποιο από τα παραπάνω αναφέρεται στην ετικέτα του τροφίμου, τότε το προϊόν περιέχει λακτόζη.
Η λακτόζη ωστόσο, υφίσταται και σε προϊόντα που δεν ανήκουν στα γαλακτοκομικά. Τέτοιες τροφές είναι η μαργαρίνη , το βούτυρο και σαν πρόσθετο στο ψωμί , στα επεξεργασμένα δημητριακά στις στιγμιαίες σούπες, στις σάλτσες, στα dressing σαλάτας , στα μπισκότα, στα συμπληρώματα ή υποκατάστατα γεύματος σκόνης. Επιπλέον, βρίσκεται στα μίγματα ψησίματος, στις βάφλες, στα μίγματα για τηγανίτες, στα μπισκότα και σε καραμέλες. Επειδή, σε αυτά τα προϊόντα η περιεκτικότητα λακτόζης είναι σε μικρή ποσότητα έχουν επιπτώσεις σε άτομα σε σοβαρή δυσανεξία σε αυτή.
Πως αντιμετωπίζεται η δυσανεξία στη λακτόζη;
Δεν υπάρχει τρόπος να κάνουμε το σώμα μας να παράγει περισσότερη λακτάση, γι αυτό άτομα με μερική έλλειψη του ενζύμου μπορούν να καταναλώνουν γάλατα χαμηλής περιεκτικότητας σε λακτόζη. Η θεραπεία για τη δυσανεξία στη λακτόζη είναι η αποφυγή ή η ελάττωση γαλακτοκομικών προϊόντων από τη διατροφή.
Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι μπορεί να στερούμαστε των προϊόντων με λακτόζη, αλλά πλέον στο εμπόριο βρίσκουμε υποκατάστατα αυτών. Τέτοια υποκατάστατα είναι: το γάλα αμυγδάλου/βρώμης/σόγιας/ρυζιού/φουντουκιού/καρύδας και τα υποπροϊόντα αυτών. Τα γάλατα χωρίς λακτόζη περιέχουν σουκρόζη ή άλλους υδατάνθρακες που κάνουν το γάλα πιο γλυκό.
Συνήθως τα άτομα που δεν καταναλώνουν γαλακτοκομικά προϊόντα παρουσιάζουν ανεπάρκεια στο ασβέστιο, στη βιταμίνη D, στη ριβοφλαβίνη και στις πρωτεΐνες. Γι αυτό τα περισσότερα υποκατάστατα γάλακτος εμπλουτίζονται με βιταμίνες, ασβέστιο και ιχνοστοιχεία που δεσμεύονται από τις φυτικές πρωτεΐνες.
Μπορούμε ακόμα να καταναλώνουμε γαλακτοκομικά με χαμηλά λιπαρά ή άπαχα που περιέχουν λιγότερη λακτόζη. Επίσης, στερεά ή ημι-στερεά γαλακτοκομικά, όπως παλαιωμένα τυριά, είναι αρκετά ανεκτά και αυτό γιατί η γαστρική κένωση είναι πιο αργή σε σχέση με τα υδαρά προϊόντα όπως είναι το γάλα και η περιεκτικότητα σε λακτόζη είναι χαμηλή.
Συνοψίζοντας..
Πρέπει να δώσουμε προσοχή στη διατροφή μας για να δούμε ποιες τροφές μας ενοχλούν. Μπορούμε να ξεκινήσουμε να περιορίζουμε κάποιες τροφές από την ομάδα των γαλακτοκομικών και αν τα συμπτώματα επιμένουν, να τις βγάλουμε τελείως εκτός από τη διατροφή μας. Επιπλέον είναι σημαντικό να εκπαιδευτούμε να διαβάζουμε τις ετικέτες των τροφίμων για τις κρυφές πηγές λακτόζης και να αναζητούμε την ένδειξη – χωρίς λακτόζη- αν υπάρχει μεγάλη δυσαπορρόφηση. Τέλος, υπάρχουν πλέον πολλά υποκατάστατα της λακτόζης που μπορούμε να προμηθευτούμε από το εμπόριο, οπότε δεν είμαστε υποχρεωμένοι να στερηθούμε του γάλακτος και των προϊόντων του.
Πηγές:
Ευστράτιος Κυρανάς. Λειτουργικές ιδιότητες πρωτεινών, σακχάρων. Επίδραση στην ποιότητα και τη θρεπτική αξία των τροφίμων. Εκδόσεις Τζιόλα
Hammer HF, et al. Lactose intolerance: Clinical manifestations, diagnosis, and management. https://www.uptodate.com/contents/search. Accessed Feb. 1, 2020.
Di Costanzo M, et al. Lactose intolerance: Common misunderstandings. Annals of Nutrition & Metabolism. 2018; doi:10.1159/000493669.
Benjamin Misselwitz, Daniel Pohl, Heiko Frühauf, Michael Fried, Stephan R Vavricka, and Mark Fox, «Lactose malabsorption and intolerance: pathogenesis, diagnosis and treatment», United European Gastroenterol J. Jun 2013
Lactose intolerance. National Institute of Diabetes and Digestive and Kidney Diseases. https://www.niddk.nih.gov/health-information/digestive-diseases/lactose-intolerance/all-content. Accessed Feb. 1, 2020.
Probiotics: What you need to know. National Center for Complementary and Integrative Health. https://nccih.nih.gov/health/probiotics/introduction.htm. Accessed Feb. 4, 2010.