Αγελαδινό γάλα: Απαραίτητο για τον οργανισμό ή προϊόν του marketing

«Πιες το γάλα σου για να μεγαλώσεις»
Η φράση που έχει στοιχειώσει σίγουρα τα παιδικά χρόνια των περισσότερων από εσάς είναι αυτή σχετικά με το γάλα και τις ευεργετικές του ιδιότητες στην ανάπτυξη και την προαγωγή της καλής υγείας των παιδιών. Χωρίς το γάλα, κανένα παιδί δεν θα μπορούσε να μεγαλώσει, να ψηλώσει, τα σχηματίσει γερά κόκαλα και σίγουρα θα αρρώσταινε συχνότερα από τα υπόλοιπα παιδιά της ηλικίας του.
Μετά την coca cola, το γάλα αποτελεί το πιο πολυδιαφημισμένο και το πιο κερδοφόρο προϊόν για τις εταιρίες προώθησής του, στον πλανήτη. Ιδιαίτερα μέχρι τη δεκαετία του 90’, όπου άρχισαν να εμφανίζονται στο εμπόριο οι εναλλακτικές μορφές γάλακτος που γνωρίζουμε σήμερα, όπως το γάλα σόγιας, ρυζιού, αμυγδάλου ή κάνναβης, αποτελούσε την κύρια πηγή θρεπτικών συστατικών για τα παιδιά και κυρίως του ασβεστίου για το οποίο είναι ευρέως γνωστό. Αποδεδειγμένα το ασβέστιο είναι ένα στοιχείο που συμβάλλει στην υγιή ανάπτυξη των οστών και των δοντιών ενώ λαμβάνει μέρος σε πολλές βιοχημικές διεργασίες του οργανισμού.
Ωστόσο, ο ντόρος σχετικά με τις βλαβερές επιπτώσεις του αγελαδινού γάλακτος στην υγεία και η πρόσφατη στροφή πολλών καταναλωτών σε εναλλακτικές πηγές πρωτεΐνης και ασβεστίου μας έκανε να ερευνήσουμε εις βάθος τους παράγοντες ενοχοποίησής του γάλακτος για την εμφάνιση πεπτικών ενοχλημάτων, φλεγμονών και διάφορων μορφών καρκίνου στους χρόνιους καταναλωτές του.
Το αγελαδινό γάλα
Το αγελαδινό γάλα είναι ένα ιδιαίτερα θρεπτικό ρόφημα, το οποίο σχηματίζεται στους μαστούς των αγελάδων ώστε να τραφεί το νεογέννητο μοσχάρι τους πρώτους μήνες ζωής του.
Ο άνθρωπος είναι το μοναδικό θηλαστικό το οποίο τρέφεται με γάλα ακόμα και μετά τον απογαλακτισμό του και μπορεί να αφομοιώσει το γάλα κάποιου άλλου ζώου, εκτός από το μητρικό του. Γενιές και γενιές έχουν τραφεί και έχουν μεγαλώσει με το αγελαδινό γάλα και έχουν αποκομίσει τα οφέλη του αγελαδινού γάλακτος.
Όμως, υπάρχουν και ορισμένοι άνθρωποι, οι οποίοι μετά από κάποια ηλικία σταματούν να πίνουν γάλα, διότι παρουσιάζουν ενοχλήσεις κατά την πέψη του. Αυτό οφείλεται σε πολλούς παράγοντες και κυρίως στα ένζυμα που παράγει ο οργανισμός μας, τα οποία είναι υπεύθυνα για την αφομοίωση ορισμένων συστατικών του γάλατος, όπως είναι η λακτάση, ένα απαραίτητο ένζυμο που βοηθάει στην απορρόφηση της λακτόζης του γάλακτος.
Δυσανεξία στη λακτόζη
Πολλοί είναι οι άνθρωποι που δεν μπορούν να «χωνέψουν» το γάλα διότι τους «λείπει» η λακτάση. Αυτό το απαραίτητο ένζυμο για την πέψη του γάλακτος διασπά τη λακτόζη, ένα από τα βασικά σάκχαρα που υπάρχουν στο γάλα. Η ικανότητα να παράγει ο ανθρώπινος οργανισμός το ένζυμο αυτό, χάνεται μετά την ενηλικίωση στους περισσότερους ανθρώπους, οι οποίοι μετά την κατανάλωση του γάλακτος, εμφανίζουν συμπτώματα όπως μετεωρισμό (φούσκωμα) ή διάρροια.
Τυπικά, η δράση της λακτάσης μειώνεται κατά 10% μετά τη βρεφική ηλικία ενώ το 35% του παγκόσμιου πληθυσμού δεν μπορεί να αφομοιώσει την λακτόζη μετά την ηλικία των 7 ετών. Παγκοσμίως, περίπου το 70% των ενηλίκων έχουν έλλειψη της λακτάσης με τους Βορειοευρωπαίους να εμφανίζουν το μικρότερο ποσοστό δυσανεξίας στη λακτόζη (μόλις 5%).
Ανθρωπολογικές μελέτες αποδεικνύουν ότι το γάλα ΔΕΝ είναι απαραίτητο μετά τον απογαλακτισμό. Το γάλα που προερχόταν από διάφορα ζώα μπήκε στην διατροφική αλυσίδα τα τελευταία 8.000 χρόνια. Κατά τη διάρκεια της εξέλιξης ορισμένοι λαοί όπως οι Βορειοευρωπαίοι κατάφεραν να εγκλιματιστούν ευκολότερα στην κατανάλωση γάλακτος και μετά το πέρας της βρεφικής ηλικίας ενώ άλλοι λαοί δεν είχαν προσαρμοστεί πλήρως στις «νέες» διατροφικές συνθήκες.
Οι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι κατά τη διάρκεια της εξέλιξης, οι λαοί αυτοί υπέστησαν μια μετάλλαξη όπου ένα χαρακτηριστικό νουκλεοτίδιο στη βάση του DNΑ της κυτοσίνης μετατράπηκε σε θυμίνη σε μια γονιδιακή περιοχή που δεν απέχει πολύ από το γονίδιο της λακτάσης και έτσι είναι βιολογικά προγραμματισμένοι να παράγουν τη λακτάση και μετά την βρεφική περίοδο.
Κατά συνέπεια, η δυσανεξία στη λακτόζη εξαρτάται καθαρά από τη βιολογική εξέλιξη του ανθρώπου και τα συμπτώματα της δυσανεξίας ΔΕΝ σχετίζονται με την ποιότητα του γάλακτος αλλά από την ικανότητα του ανθρώπινου οργανισμού να τη διασπάσει και να την αφομοιώσει.
Ένα θέμα που απασχολεί ολοένα και περισσότερους καταναλωτές…
Οι ορμόνες του αγελαδινού γάλακτος
Περισσότερες από 50 ορμόνες βρίσκονται φυσικά στο αγελαδινό γάλα. Οι ορμόνες αυτές είναι σημαντικές για την ανάπτυξη του νεογέννητου μοσχαριού. Με εξαίρεση τον ινσουλινοειδή αυξητικό παράγοντα-1 (IGF-1), οι υπόλοιπες ορμόνες του αγελαδινού γάλακτος δεν έχουν γνωστές επιδράσεις στον άνθρωπο. Η ορμόνη IGF-1, είναι μια ορμόνη που βρίσκεται και στο ανθρώπινο μητρικό γάλα και είναι η μόνη ορμόνη που μπορεί να απορροφηθεί από τον άνθρωπο. Αυτό σημαίνει ότι οι ορμόνες που υπάρχουν φυσικά στο γάλα της αγελάδας δεν είναι βλαβερές για την υγεία των καταναλωτών.
Τότε, γιατί γίνεται τόση φασαρία με τις ορμόνες που μεταφέρονται από την αγελάδα στο γάλα;
Τα τελευταία χρόνια όπου ο έλεγχος στον τομέα των τροφίμων έχει γίνει πιο αυστηρός, παρουσιάζονται δημοσιεύσεις ερευνητών, οι οποίοι κατηγορούν ανοιχτά τις εταιρείες παραγωγής γάλακτος για την χρήση αντιβιοτικών φαρμάκων και ορμονών (πέραν των φυσιολογικών), οι οποίες έχουν βλαβερές επιδράσεις τους στην υγεία των καταναλωτών.
Όπως προαναφέραμε, η παραγωγή και η προώθηση του γάλακτος αποτελεί μια από τις πιο κερδοφόρες επιχειρήσεις στον κόσμο.
Υπάρχουν όμως, τόσες πολλές αγελάδες που μπορούν να καλύψουν όλα τα ράφια των σούπερ μάρκετ; Και αν υπάρχουν, πόσο συχνά μπορούν να παράγουν γάλα και σε τι ποσότητες;
Ο σύγχρονος άνθρωπος εκτρέφει τις αγελάδες σε ένα “σύγχρονο” εργοστάσιο και τις έχει μετατρέψει σε μηχανές παραγωγής γάλακτος. Παλαιότερα βλέπαμε ότι οι αγελάδες ζούσαν περίπου 25 χρόνια. Τώρα, ελάχιστες καταφέρνουν να φτάσουν μέχρι τα 4 έτη. Για να μπορέσουν οι αγελάδες αυτές να ζήσουν περισσότερα χρόνια και να αντέξουν μετά από την υπερ- παραγωγή γάλακτος, η οποία προκαλεί σημαντικές φλεγμονές στα ζώα αυτά, χρησιμοποιούν πληθώρα αντιβιοτικών φαρμάκων και αυξητικών ορμονών, ώστε να τις κάνουν πιο παραγωγικές.
Η ορμόνη (IGF-1), η οποία παράγεται από το ζώο, δεν φαίνεται να είναι βλαβερή σε φυσιολογικές συνθήκες παραγωγής της από το ζώο, όπως γινόταν πριν από μερικά χρόνια. Ωστόσο όταν προστίθεται με στόχο την μεγαλύτερη παραγωγή γάλακτος φαίνεται πως μπορεί να προκαλέσει ορμονικές διαταραχές σε όλες τις ηλικιακές ομάδες και προάγει την εμφάνιση ορισμένων μορφών καρκίνου στον άνθρωπο που το καταναλώνει.
Αρχικά, η ορμόνη αυτή δεν μπορεί να αφομοιωθεί από έναν ενήλικα. Το ενήλικο ανθρώπινο σώμα, το οποίο πλέον ΔΕΝ αναπτύσσεται, δεν έχει και τα κατάλληλα κύτταρα, τα οποία κατά την παιδική ηλικία ενθάρρυναν την ανάπτυξη του σώματος, και έτσι “μπερδεύουν” το σώμα προάγοντας την ανάπτυξη καρκινικών κυττάρων, σύμφωνα με τον Dr. Κωνσταντίνο Μουρούτη, συγγραφέα του βιβλίου ” Όλη η αλήθεια για το γάλα”.
Επίσης, η αυξητική ορμόνη (IGF-1) έχει συνδεθεί με πολλές μορφές καρκίνου, συμπεριλαμβανομένου του καρκίνου του προστάτη και του καρκίνου του μαστού. Σε μια μεγάλη μετά-ανάλυση, διαπιστώθηκε ότι η υψηλή κατανάλωση γαλακτοκομικών προϊόντων και ασβεστίου συσχετίστηκε με αυξημένο κίνδυνο καρκίνου του προστάτη στους άντρες και καρκίνου του μαστού στις γυναίκες (Hormones in Dairy Foods and Their Impact on Public Health – A Narrative Review Article).
Το World Cancer Fund και το American Institute for Cancer Research, ανέλυσαν έντεκα ξεχωριστές μελέτες σε ανθρώπινους πληθυσμούς και οι οποίες έχουν συνδέσει την κατανάλωση γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων με τον καρκίνο του προστάτη και βρήκαν ότι οι άνδρες που αποφεύγουν το γάλα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα έχουν λιγότερες πιθανότητες να αναπτύξουν αυτή τη μορφή καρκίνου.
Επιπλέον, τα αποτελέσματα του Landmark Physicians’ Health Study σε 20.885 γιατρούς έδειξαν ότι οι άνδρες που καταναλώνουν καθημερινά δύο με δυόμισι ή περισσότερες μερίδες γαλακτοκομικών προϊόντων, έχουν κατά 30% περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξουν καρκίνο του προστάτη, απ’ ότι οι άνδρες που καταναλώνουν λιγότερο από μισή μερίδα γαλακτοκομικών προϊόντων την ημέρα.
Ακόμα μεγαλύτερη αύξηση των ποσοστών κινδύνου για εκδήλωση καρκίνου του προστάτη δίνει το Health Professionals Follow-Up Study: τα ευρήματά του δείχνουν πως οι άνδρες που κατανάλωναν υψηλές ποσότητες γαλακτοκομικών προϊόντων έχουν κατά 70% υψηλότερο κίνδυνο για καρκίνο του προστάτη, σε σχέση με τους άνδρες που δεν καταναλώνουν γαλακτοκομικά προϊόντα.
Τέλος, μια μελέτη που έγινε σε πάλι σε άνδρες σε 41 διαφορετικές χώρες και δημοσιεύθηκε στο Alternative Medicine Review, έδειξε πως όσο αυξανόταν η κατανάλωση γάλακτος, τόσο αυξάνονταν και τα ποσοστά θανάτου από καρκίνο του προστάτη.
Αντίθετα, μελέτη Βρετανών ερευνητών που δημοσιεύθηκε στο British Journal of Cancer έδειξε πως οι άνδρες που ακολουθούν μια δίαιτα χωρίς γαλακτοκομικά προϊόντα (και κρέας) είχαν χαμηλότερα επίπεδα της προαναφερθήσας πρωτεΐνης (της IGF-1) που συνδέεται με την εκδήλωση καρκίνου του προστάτη.
Όσον αφορά στις γυναίκες τώρα, έρευνα σε ομάδα των Nurses ‘Health Study II (NHS II), που αφορούσε μετ-εμμηνοπαυσιακές γυναίκες, στις οποίες έγιναν εξετάσεις αίματος όπου μετρήθηκε η πρωτεΐνη δέσμευσης IGF (IGFBP) -3, IGFBP-1 και GH έδειξε υψηλή συσχέτιση μεταξύ των ορμονών αυτών του γάλακτος και της ανάπτυξης καρκίνου του μαστού.
Εκτός από τους ενήλικες, το γάλα φαίνεται πως επηρεάζει και τα παιδιά. Σύμφωνα με άρθρο που δημοσιεύθηκε στο Τhe journal Pediatric International (February 2010. Vol. 52 #1), τα οιστρογόνα και η προγεστερόνη των βοοειδών “περνάει” από το γάλα στους καταναλωτές. Η έρευνα αφορούσε άντρες, γυναίκες και παιδιά, στους οποίους δόθηκε η ίδια ποσότητα γάλακτος (28 ούγκιες γάλακτος) για 21 ημέρες.
Τα αποτελέσματα της μελέτης ήταν ανησυχητικά ειδικά για τα παιδιά. Οι άνδρες ενήλικες συμμετέχοντες είχαν σημαντικά αυξημένα επίπεδα στο αίμα όλων των γυναικείων ορμονών, καθώς και μια απότομη πτώση της τεστοστερόνης του ορού (δηλαδή των αντρικών ορμονών). Όλοι οι ενήλικες και τα παιδιά παρουσίασαν αυξημένα επίπεδα των οιστρογόνων και της προγεστερόνης μετά την κατανάλωση γάλακτος και μία καταστολή των δικών τους ορμονών,γεγονός που υποδηλώνει ορμονική διαταραχή σε όλους τους συμμετέχοντες.
Μια ακόμη έρευνα των Dr. David Ludwig και Dr. Walter Willett από το Πανεπιστήμιο του Harvard που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό της Αμερικανικής Ιατρικής Ένωσης (American Medical Association) έδειξε έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων για τις συστάσεις της κυβέρνησης σχετικά με τα ευεργετικά οφέλη από την κατανάλωση του γάλακτος που οδηγεί σε καλύτερα οστά, απώλεια βάρους μέσω της κατανάλωσης γαλακτοκομικών και βελτίωση της υγείας του γενικού πληθυσμού.
Βρήκαν επίσης ορισμένους σοβαρούς κινδύνους που συνδέονται με την κατανάλωση γαλακτοκομικών προϊόντων, συμπεριλαμβανομένης της αύξησης βάρους, αυξημένο κίνδυνο καρκίνου, καθώς και αυξημένο κίνδυνο κατάγματος. Τέλος, διαπίστωσαν ότι τα γαλακτοκομικά μπορεί να προκαλέσουν και άλλα προβλήματα, όπως δυσκοιλιότητα, σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου, φούσκωμα, αέρια, διάρροια, αλλεργίες, έκζεμα, και ακμή, κάτι το οποίο ωστόσο χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, λαμβάνοντας υπόψη και άλλους παράγοντες που σχετίζονται με την απορρόφηση των θρεπτικών συστατικών του γάλακτος καθώς και την εγκατεστημένη δυσανεξία στη λακτόζη.
Εκτός από τις ορμόνες που βρίσκονται στο γάλα υπάρχουν και τα υπολείμματα αντιβιοτικών, από τα αντιβιοτικά που δίνονται στα ζώα και μπορούν να προκαλέσουν ανεπιθύμητες αλλεργικές αντιδράσεις, ιδιαίτερα στα παιδιά, όπως επισημάνθηκε και σε σχετική μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Italian journal of Pediatrics (2010).
Η αλόγιστη χρήση αντιβιοτικών φαρμάκων με στόχο την μεγαλύτερη παραγωγή γάλακτος από τις αγελάδες, οι οποίες μετά από το «υπερ-άρμεγμα» παρουσιάζουν ασθένειες έχουν απασχολήσει κυρίως τις ΗΠΑ. Επίσης, μεγάλο μέρος των ζωοτροφών προέρχεται από γενετικά τροποποιημένες τροφές. Στη χώρα μας δεν έχουν διαπιστωθεί τέτοια κρούσματα στην βιομηχανική κτηνοτροφία.
Γι’αυτό καλό θα ήταν να ελέγχουμε τακτικά τις ετικέτες των τροφίμων και να επιλέγουμε Ελληνικά βιολογικά γάλατα, τα οποία παράγονται από μικρές οικογενειακές φάρμες. Συνήθως είναι πιο ακριβά λόγω του μεγαλύτερου κόστους παραγωγής και διάθεσής τους στο εμπόριο, όμως σίγουρα μειώνεται ο κίνδυνος κατανάλωσης γάλακτος, του οποίου αγνοούμε την προέλευση, τη χώρα παραγωγής, την σίτιση και την κατάσταση του ζώου την περίοδο του αρμέγματος του.
Για παράδειγμα, αν παρατηρήσετε υπάρχουν πολλά γαλακτοκομικά προϊόντα, α οποία θεωρούνται ελληνικά και στο κάτω μέρος της συσκευασίας τους αναφέρουν « από γάλα προέλευσης 100% Γερμανίας». Αυτό ουσιαστικά σημαίνει ότι το προϊόν δημιουργείται στην Ελλάδα, ωστόσο το γάλα που χρησιμοποιείται κατά την παραγωγή του προϊόντος προέρχεται από άλλες χώρες. Η νομοθεσία δεν απαγορεύει την ονομασία Ελληνικό προϊόν κάτω από αυτές τις συνθήκες.
Δεχόμενοι τώρα, ότι η Ελληνική κτηνοτροφική βιομηχανία παρουσιάζει σημαντικές διαφορές σε σχέση με την βιομηχανία των ΗΠΑ και οι παραπάνω έρευνες δεν αφορούν τη χώρα μας, ας αναλύσουμε μερικά ακόμη ερωτήματα, όσον αφορά στο αγελαδινό γάλα.
- Το αγελαδινό γάλα στην εγχώρια αγορά είναι καλή πηγή ασβεστίου και απαραίτητο συστατικό για την ανάπτυξη;
- Συμβάλλει στην πρόληψη της οστεοπόρωσης;
- Βοηθάει στη διαχείριση του βάρους;
Το γάλα ΔΕΝ συμβάλλει στην πρόληψη της οστεοπενίας και της οστεοπόρωσης
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας πολλούς παράγοντες, οι οποίοι παίζουν ρόλο στην απορρόφηση του ασβεστίου από τον οργανισμό μας, ανεξάρτητα από αυτό που περιέχεται στο γάλα.
Ένας από αυτούς τους παράγοντες είναι η ηλικία. Στην παιδική ηλικία η απορρόφηση των θρεπτικών συστατικών είναι ευκολότερη σε σχέση με αυτήν στην ενήλικη ζωή.
Η έλλειψη ασβεστίου κατά την περίοδο της ανάπτυξης έχει ως αποτέλεσμα χαμηλή κορυφαία οστική μάζα και κατά συνέπεια αυξημένο κίνδυνο για ανάπτυξη οστεοπενίας και οστεοπόρωσης στην ενήλικη ζωή. Η μέγιστη οστική πυκνότητα στον άνθρωπο επιτυγχάνεται περίπου στο 30ο έτος της ηλικίας ενός άντρα και στο 25ο έτος της ηλικίας μιας γυναίκας.
Κατά συνέπεια δεν ευθύνεται η σύσταση του γάλακτος σε ασβέστιο για την οστεοπόρωση,ως μεμονωμένος παράγοντας αλλά και άλλοι παράγοντες, όπως η ηλικία, η δυνατότητα απορρόφησης θρεπτικών συστατικών όπως το ασβέστιο από το πεπτικό σύστημα, η έκθεση στον ήλιο, η φυσική δραστηριότητα και η γενική κατάσταση της υγείας του ατόμου.
Όπως έχει αποδειχθεί η βιταμίνη D είναι μια λιποδιαλυτή βιταμίνη, η οποία αυξάνει την απορρόφηση του ασβεστίου από τον οργανισμό μας. Χωρίς τη βιταμίνη D, το ασβέστιο που λαμβάνεται μέσω των τροφών δεν αποθηκεύεται σε μεγάλο βαθμό και αποβάλλεται μέσω των ούρων, των κοπράνων και του ιδρώτα.
Η βιταμίνη D και κυρίως η βιταμίνη D3 παράγεται από το σώμα μας μέσω της έκθεσής μας στον ήλιο. Γι’αυτό, η έρευνα του Dr. Hyman και των συνεργατών του χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση όσον αφορά στο κομμάτι της συλλογής δεδομένων,σχετικά με τον τόπο διεξαγωγής της μελέτης, την έκθεση των ατόμων στον ήλιο και την γενική κατάσταση της υγείας τους.
Η χώρα μας για παράδειγμα ανήκει στις χώρες του πλανήτη με τη μεγαλύτερη ηλιοφάνεια όλους τους μήνες του χρόνου και επίσης οι κάτοικοι της καταναλώνουν άφθονα γαλακτοκομικά προϊόντα. Ωστόσο, οι Έλληνες δεν λαμβάνουν την απαραίτητη ποσότητα του ασβεστίου σε καθημερινή βάση και παρουσιάζουν σημαντική έλλειψη ασβεστίου και βιταμίνης D.
Σύμφωνα με τον Mark Hyman, διευθυντή στο Cleveland Clinic Center of Functional Medicine και τους συνεργάτες του, οι χώρες με τα χαμηλότερα ποσοστά κατανάλωσης γαλακτοκομικών προϊόντων παρουσιάζουν χαμηλότερα ποσοστά οστεοπόρωσης. Αυτό είναι λίγο αντιφατικό καθώς θα περιμέναμε ότι η υψηλή κατανάλωση γάλακτος και γαλακτοκομικών θα συνέβαλλε σημαντικά στην προστασία και την θωράκιση των οστών.
Αντίθετη έρευνα υποστηρίζει ότι τα άτομα που δεν καταναλώνουν γάλα αλλά λαμβάνουν ασβέστιο και βιταμίνη D από άλλες πηγές όπως τα ψάρια έχουν καλύτερη οστική πυκνότητα με την πάροδο των χρόνων( American Journal of Clinical Nutrition).
Η αναλογία ασβεστίου και μαγνησίου στο γάλα ΔΕΝ είναι ιδανική για την απορρόφηση του ασβεστίου
Το ασβέστιο και το μαγνήσιο είναι δυο μέταλλα, τα οποία είναι απαραίτητα για τον ανθρώπινο οργανισμό. Αυτά τα δυο μέταλλα συνυπάρχουν σε ορισμένες τροφές, ωστόσο αλληλεπιδρούν μεταξύ τους.
Το ασβέστιο παίζει σημαντικό ρόλο στην απορρόφηση του μαγνησίου και το αντίστροφο. Οι αυξημένες τιμές ασβεστίου (π.χ. σε μεγάλες καταναλώσεις γάλατος) μπορούν να φέρουν αντίθετα αποτελέσματα και να μειώσουν την απορρόφηση του μαγνησίου, το οποίο με τη σειρά του παίζει σημαντικό ρόλο στην φυσιολογική λειτουργία του οργανισμού, ιδιαίτερα στην εγκεφαλική λειτουργία και τη βελτίωση της διάθεσης.
Ο Dr Lawrence Plaskett, vice chair του Nutritional Council in Britain υποστηρίζει ότι η αναλογία ασβεστίου – μαγνησίου στο γάλα δεν είναι η ιδανική για την καλή απορρόφηση του ασβεστίου από τον οργανισμό. Στο γάλα, η αναλογία ασβεστίου προς μαγνήσιο είναι 8 : 1. Σύμφωνα με τους ερευνητές η ιδανική αναλογία μαγνησίου – ασβεστίου σε ένα τρόφιμο είναι 2:1. Κατά συνέπεια, στο γάλα το ασβέστιο υπερτερεί έναντι του μαγνησίου. Η υπερεπάρκεια ασβεστίου στο σώμα θα έχει ως αποτέλεσμα εναποθέσεις ασβεστίου, όπως είναι για παράδειγμα οι πέτρες στη χολή, οι πέτρες στα νεφρά και στις αρθρώσεις.
Το γάλα ΔΕΝ συμβάλλει απόλυτα στην απώλεια βάρους
Είναι γεγονός ότι τα γαλακτοκομικά προϊόντα είναι πηγή ζωικών πρωτεϊνών και περιέχουν λιγότερο κορεσμένο λίπος σε σχέση με το κρέας. Η παρουσία των πρωτεϊνών στο γάλα μας κάνει να αισθανόμαστε πλήρεις και μας αποτρέπει από την υπερβολική κατανάλωση φαγητού, η οποία ανεβάζει το δείκτη της ζυγαριάς. Παρόλο που περιέχει σάκχαρα δηλαδή υδατάνθρακες (περίπου 12 γραμμάρια ανά φλιτζάνι) με τη μορφή της λακτόζης, δεν ανεβάζει απότομα το σάκχαρο του αίματος και κρατάει την καμπύλη της γλυκόζης σε χαμηλά επίπεδα. Η καμπύλη της γλυκόζης σε χαμηλά επίπεδα στον οργανισμό με τη σειρά της βοηθάει αποδεδειγμένα στην καλύτερη διαχείριση του βάρους μας.
Ωστόσο, μελέτη που δημοσιεύθηκε στο International Journal of Obesity δείχνει πως η μεγάλη κατανάλωση γαλακτοκομικών δεν εμποδίζει την αύξηση του βάρους μας. Αντίθετα, οι συμμετέχοντες που αντικατέστησαν το γάλα με φυσικό χυμό ή σόδα είχαν καλύτερα αποτελέσματα στην απώλεια βάρους.
Συμπερασματικά,
η ικανότητα του ανθρώπου να χωνεύει το γάλα είναι διαφορετική για τον κάθε άνθρωπο. Αν παρουσιάζετε συμπτώματα δυσανεξίας (φουσκώματα, αέρια ή επεισόδια διάρροιας) αποφύγετε την κατανάλωση γάλακτος. Αν πάλι αγαπάτε το γάλα και δεν παρουσιάζετε κάποιο πρόβλημα, καταναλώστε το άφοβα. Προτιμήστε κυρίως κατσικίσιο ή βιολογικό γάλα καθώς παράγεται σε μικρές αγροτικές φάρμες της Ελλάδας, όπου τα ζώα τρέφονται κυρίως με χόρτα της φύσης και σπάνια με ζωοτροφές. Ελέγχετε πάντα τις ετικέτες τροφίμων και παρατηρήστε τον τόπο προέλευσης του γάλακτος που πίνετε.
Σε περιπτώσεις δυσανεξίας επιλέξτε εναλλακτικές τροφές με υψηλή περιεκτικότητα σε ασβέστιο, όπως τα πράσινα λαχανικά, το μαγειρεμένο μπρόκολο, τα λευκά φασόλια, το σουσάμι, το ταχίνι, τα αμύγδαλα και τα αποξηραμένα σύκα ή γαλακτοκομικά που έχουν υποστεί ζύμωση όπως τα παλιωμένα τυριά και οι εμπλουτισμένοι χυμοί με ασβέστιο και τα δημητριακά. Τέλος, τα μικρά ψάρια που τρώγονται με το κόκαλο όπως η μαρίδα, ο γαύρος και η σαρδέλα είναι πολύ καλές πηγές ασβεστίου και άλλων πολύτιμων θρεπτικών συστατικών.
Αν το παιδί σας δεν θέλει να πιει γάλα, μην το πιέζετε. Μπορεί να ανήκει στην κατηγορία των παιδιών που παρουσιάζουν δυσανεξία στη λακτόζη. Μπορείτε να εμπλουτίσετε τη διατροφή του με τις παραπάνω τροφές που περιέχουν ασβέστιο καθώς και άπαχο κρέας για να συμπληρώσει το ποσό των πρωτεϊνών που χρειάζεται για την ανάπτυξή του και τις οποίες δεν παίρνει από το γάλα.
Επίσης, μην δίνετε στο παιδί σας περισσότερο γάλα από αυτό που πραγματικά χρειάζεται. Σύμφωνα με μια σύγχρονη μελέτη, τα παιδιά προσχολικής ηλικίας χρειάζονται 2 μερίδες γάλακτος ημερησίως, δηλαδή δυο ποτήρια γάλα και όχι παραπάνω.
Σε περίπτωση που «ψάχνετε» εναλλακτικές πηγές γάλακτος, όπως το γάλα αμυγδάλου, ρυζιού, σόγιας ή κάνναβης μεταβείτε στο σχετικό άρθρο.
Βιβλιογραφία
United States Department of Agriculture (usda). Agricultural Research Service. National Nutrient Database for Standard Reference Release 28.
Pollak M. Insulin and insulin-like growth factor signalling in neoplasia. Nat Rev Cancer. 2008;8:915-928.
Holt C, Carver JA, Ecroyd H, Thorn DC. Invited review: Caseins and the casein micelle: their biological functions, structures, and behavior in foods. J Dairy Sci. 2013 Oct;96(10):6127-46. doi: 10.3168/jds.2013-6831. Epub 2013 Aug 16.
David S. Ludwig, MD, PhD1,3; Walter C Willett, MD, DrPH. Three Daily Servings of Reduced-Fat MilkAn Evidence-Based Recommendation. Italian journal of pediatrics
A Pan, V S Malik, T Hao, W C Willett, D Mozaffarian and F B Hu. Changes in water and beverage intake and long-term weight changes: results from three prospective cohort studies. International Journal of Obesity (2013) 37, 1378–1385; doi:10.1038/ijo.2012.225; published online 15 January 2013
Spencer EH, Ferdowsian HR, Barnard ND. Diet and acne: a review of the evidence. Int J Dermatol 2009;48:339-47.
Caffarelli C, Baldi F, Bendandi B, Calzone L, Marani M, Pasquinelli P. Cow’s milk protein allergy in children: a practical guide. Italian journal of pediatrics 2010;36:5.
Rona RJ, Keil T, Summers C, et al. The prevalence of food allergy: a meta-analysis. J Allergy Clin Immunol 2007;120:638-46.
Dietary Reference Intakes for Calcium, Phosphorus, Magnesium, Vitamin D, and Fluoride.
Hassan MALEKINEJAD, Aysa REZABAKHSH. Hormones in Dairy Foods and Their Impact on Public Health – A Narrative Review Article. Iran J Public Health. 2015 Jun; 44(6): 742–758.
Schernhammer ES, Holly JM, Hunter DJ, Pollak MN, Hankinson SE. Insulin-like growth factor-I, its binding proteins (IGFBP-1 and IGFBP-3), and growth hormone and breast cancer risk in the Nurses Health Study II. Endocr Relat Cancer. 2006;13:583-592.
Maruyama K1, Oshima T, Ohyama K. Exposure to exogenous estrogen through intake of commercial milk produced from pregnant cows. Pediatr Int. 2010 Feb;52(1):33-8. doi: 10.1111/j.1442-200X.2009.02890.x. Epub 2009 May 22.